Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρησκευτικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πίστη των ανθρώπων σε ένα ανώτερο ον, στο θεό Βικιλεξικό
    • Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 17 έως 26 Ιουνίου 2016)
  2. η ιδιότητα του θρησκευόμενου, η εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρησκευτικότητα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθρησκευτικότηταθρησκευτικότητες
Γενικήθρησκευτικότηταςθρησκευτικοτήτων
Αιτιατικήθρησκευτικότηταθρησκευτικότητες
Κλητικήθρησκευτικότηταθρησκευτικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →