θρομβεκτομή
•
- ιατρικήχειρουργική ενδαρτηριακή μέθοδος απόφραξης αρτηριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρομβεκτομή < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική thrombectomy < thromb- + -ectomy (αρχαία ελληνικά θρόμβος + ελληνιστική κοινή ἐκτομή) θρόμβ(ος) + -εκτομή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρομβεκτομή | θρομβεκτομές |
| Γενική | θρομβεκτομής | θρομβεκτομών |
| Αιτιατική | θρομβεκτομή | θρομβεκτομές |
| Κλητική | θρομβεκτομή | θρομβεκτομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →