θρονί
•
- λογοτεχνικόθρόνος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρονί < μεσαιωνική ελληνική θρονί(ν) < θρονίον < ελληνιστική κοινή θρόνιον < αρχαία ελληνική θρόνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρονί | θρονιά |
| Γενική | θρονιού | θρονιών |
| Αιτιατική | θρονί | θρονιά |
| Κλητική | θρονί | θρονιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →