θρονιάζω
•
- μεταφορικάβολεύω κάποιον εγκαθιστώντας τον κάπου χωρίς την προοπτική να φύγει Βικιλεξικό
- κάθισε δίπλα μου στον καναπέ, μου θρόνιασε τον σκύλο από δίπλα που όλο με αγριοκοίταζε, και δεν τολμούσα να κουνηθώ
- σπανίως και αμετάβατο ※ Τρέχοντας η γυναίκα μου όλη τρομασμένη / Και μου λέγει: ο τοπάρχης θρόνιασε στο σπίτι / Και της παράγγειλε λουτρό να του ετοιμάσει (Μετάφραση: Λορέντζος Μαβίλης, από: Schiller (Σίλλερ). Γουλιέλμος Τέλλος [έμμετρο θεατρικό έργο] books.google
- παρωχημένοκαθίζω σε θρόνο, βάζω / τοποθετώ σε θρόνο Βικιλεξικό
- παρωχημένοενθρονίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρονιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θρονιάζω < αρχαία ελληνική θρόνος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θρονιάζω | θρονιάζεις | θρονιάζει | θρονιάζουμε | θρονιάζετε | θρονιάζουν / θρονιάζουνε |
| Παρατατικός | θρόνιαζα | θρόνιαζες | θρόνιαζε | θρονιάζαμε | θρονιάζατε | θρονιάζαν / θρονιάζανε / θρόνιαζαν |
| Αόριστος | θρόνιασα | θρόνιασες | θρόνιασε | θρονιάσαμε | θρονιάσατε | θρονιάσαν / θρονιάσανε / θρόνιασαν |
| Μέλλοντας | θα θρονιάζω / θα θρονιάσω | θα θρονιάζεις / θα θρονιάσεις | θα θρονιάζει / θα θρονιάσει | θα θρονιάζουμε / θα θρονιάσουμε | θα θρονιάζετε / θα θρονιάσετε | θα θρονιάζουν / θα θρονιάζουνε / θα θρονιάσουν / θα θρονιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θρονιάσει | έχεις θρονιάσει | έχει θρονιάσει | έχουμε θρονιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θρονιάσει | είχες θρονιάσει | είχε θρονιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θρονιάσει / να θρονιάζω / να θρονιάσω | να έχεις θρονιάσει / να θρονιάζεις / να θρονιάσεις | να έχει θρονιάσει / να θρονιάζει / να θρονιάσει | να έχουμε θρονιάσει / να θρονιάζουμε / να θρονιάσουμε | να θρονιάζετε / να θρονιάσετε | να θρονιάζουν / να θρονιάζουνε / να θρονιάσουν / να θρονιάσουνε |
| Προστακτική | — | θρόνιαζε / θρόνιασε | — | — | θρονιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θρονιάστηκαθρονιάζομαιθρονιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →