θρους
•
- αρχαιοπρεπέςήχος από τριβή Βικιλεξικό
- ὁ θροῦς τῶν βημάτων της ἀντήχει ὡς δοῦπος σκληρὸς εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς της (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Φόνισσα, 1903)
- ὁ θροῦς τῶν φυλλωμάτων γέμιζε ἀνάλαφρα τὴ νύχτα (Τάκης Ελευθεριάδης, Ληξιαρχεῖον, 1986) ως συνώνυμο του: θρόισμα
Ετυμολογία
θρους < μονοτονική γραφή: αρχαία ελληνική θροῦς (ασυναίρετο: θρόος), ήχος από πολλές φωνές, μουρμουρητό < θροέω, φωνάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →