Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρούμπα

/ˈθɾum.ba/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίαελιά που έχει ωριμάσει και αρωματιστεί με θρούμπι ή άλλα αρωματικά Βικιλεξικό
  2. γαστρονομίαελιά που έχει πέσει ώριμη από το δένδρο Βικιλεξικό
    • Οι ελιές Θρούμπες ή ζαρωμένες είναι πλήρως ώριμες ελιές που ωριμάζουν και ζαρώνουν πάνω στο δέντρο. Τα δίχτυα τοποθετούνται κάτω από τα δέντρα και οι ελιές πέφτουν όταν είναι πλήρως ώριμες. (από εμπορική ιστοσελίδα, ανάκτηση 11/8/2024 https://www.tripsas.gr/?section=2027&language=el_GR)

Ετυμολογία

θρούμπα < μεσαιωνική ελληνική δρούπα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δρυπεπής (ἐλαία) (με παρετυμολογική επίδραση της λέξης θρούμπι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθρούμπαθρούμπες
Γενικήθρούμπαςθρουμπών
Αιτιατικήθρούμπαθρούμπες
Κλητικήθρούμπαθρούμπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →