Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρυπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι κατάλληλος ή ικανός στο ν α συντρίβει Βικιλεξικό
  2. σπάνιοεύθραυστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρυπτικός < αρχαία ελληνική θρυπτικός < θρύπτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρυπτικόςθρυπτικήθρυπτικό
Γενικήθρυπτικούθρυπτικήςθρυπτικού
Αιτιατικήθρυπτικόθρυπτικήθρυπτικό
Κλητικήθρυπτικέθρυπτικήθρυπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρυπτικοίθρυπτικέςθρυπτικά
Γενικήθρυπτικώνθρυπτικώνθρυπτικών
Αιτιατικήθρυπτικούςθρυπτικέςθρυπτικά
Κλητικήθρυπτικοίθρυπτικέςθρυπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →