θρύβω
•
- θρύπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρύβω < αρχαία ελληνική θρύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dhreus- (θραύω, σπάω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θρύβω | θρύβεις | θρύβει | θρύβουμε | θρύβετε | θρύβουν / θρύβουνε |
| Παρατατικός | έθρυβα | έθρυβες | έθρυβε | θρύβαμε | θρύβατε | έθρυβαν / θρύβαν / θρύβανε |
| Αόριστος | έθρυψα | έθρυψες | έθρυψε | θρύψαμε | θρύψατε | έθρυψαν / θρύψαν / θρύψανε |
| Μέλλοντας | θα θρύβω / θα θρύψω | θα θρύβεις / θα θρύψεις | θα θρύβει / θα θρύψει | θα θρύβουμε / θα θρύψουμε | θα θρύβετε / θα θρύψετε | θα θρύβουν / θα θρύβουνε / θα θρύψουν / θα θρύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω θρύψει | έχεις θρύψει | έχει θρύψει | έχουμε θρύψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θρύψει | είχες θρύψει | είχε θρύψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θρύψει / να θρύβω / να θρύψω | να έχεις θρύψει / να θρύβεις / να θρύψεις | να έχει θρύψει / να θρύβει / να θρύψει | να έχουμε θρύψει / να θρύβουμε / να θρύψουμε | να θρύβετε / να θρύψετε | να θρύβουν / να θρύβουνε / να θρύψουν / να θρύψουνε |
| Προστακτική | — | θρύβε / θρύψε | — | — | θρύβετε / θρύψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →