Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρύβω

ρήμα
•
  1. θρύπτω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρύβω < αρχαία ελληνική θρύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dhreus- (θραύω, σπάω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθρύβωθρύβειςθρύβειθρύβουμεθρύβετεθρύβουν / θρύβουνε
Παρατατικόςέθρυβαέθρυβεςέθρυβεθρύβαμεθρύβατεέθρυβαν / θρύβαν / θρύβανε
Αόριστοςέθρυψαέθρυψεςέθρυψεθρύψαμεθρύψατεέθρυψαν / θρύψαν / θρύψανε
Μέλλονταςθα θρύβω / θα θρύψωθα θρύβεις / θα θρύψειςθα θρύβει / θα θρύψειθα θρύβουμε / θα θρύψουμεθα θρύβετε / θα θρύψετεθα θρύβουν / θα θρύβουνε / θα θρύψουν / θα θρύψουνε
Παρακείμενοςέχω θρύψειέχεις θρύψειέχει θρύψειέχουμε θρύψει——
Υπερσυντέλικοςείχα θρύψειείχες θρύψειείχε θρύψει———
Υποτακτικήνα έχω θρύψει / να θρύβω / να θρύψωνα έχεις θρύψει / να θρύβεις / να θρύψειςνα έχει θρύψει / να θρύβει / να θρύψεινα έχουμε θρύψει / να θρύβουμε / να θρύψουμενα θρύβετε / να θρύψετενα θρύβουν / να θρύβουνε / να θρύψουν / να θρύψουνε
Προστακτική—θρύβε / θρύψε——θρύβετε / θρύψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →