θρύμμα
•
- το κομμάτι που προέρχεται από το σπάσιμο κάποιου αντικειμένου Βικιλεξικό
- έριξε μια πέτρα στο παράθυρο και το τζάμι έγινε θρύμματα.
- τρίμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρύμμα < αρχαία ελληνική θρύμμα < θρύπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρύμμα | θρύμματα |
| Γενική | θρύμματος | θρυμμάτων |
| Αιτιατική | θρύμμα | θρύμματα |
| Κλητική | θρύμμα | θρύμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →