θυγατρικός
•
- νομικός όροςπου έχει δημιουργηθεί από κάποιον άλλον μητρικό φορέα και διευθύνεται από αυτόν, αν και συνιστά ξεχωριστό νομικό πρόσωπο Βικιλεξικό
- θυγατρική εταιρεία
- βιολογίαένα από τα δύο κύτταρα που προκύπτουν από τη διαδικασία διαίρεσης του μητρικού κυττάρου στην αντιγραφή του DNA Βικιλεξικό
- πυρηνική φυσικήπου προκύπτει από ραδιενεργό αντίδραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυγατρικός, (ήδη από το 1858) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική filiale. Μορφολογικά αναλύεται σε θέμα θυγατρ- του αρχαίου θυγάτηρ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θυγατρικός | θυγατρική | θυγατρικό |
| Γενική | θυγατρικού | θυγατρικής | θυγατρικού |
| Αιτιατική | θυγατρικό | θυγατρική | θυγατρικό |
| Κλητική | θυγατρικέ | θυγατρική | θυγατρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θυγατρικοί | θυγατρικές | θυγατρικά |
| Γενική | θυγατρικών | θυγατρικών | θυγατρικών |
| Αιτιατική | θυγατρικούς | θυγατρικές | θυγατρικά |
| Κλητική | θυγατρικοί | θυγατρικές | θυγατρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →