θυλάκιο
•
- σακούλι Βικιλεξικό
- σακίδιο Βικιλεξικό
- τσέπη Βικιλεξικό
- Ἔψαξε τὲς τσέπες τῶν δύο παιδίων, καὶ συγχρόνως τὰ ἔσυρε πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἰσογείου τῆς κατηρειπωμένης οἰκίας ὁπόθεν εἶχεν ἐξέλθει, ὡς φαίνεται, τὸ παράδοξον ὄν. Ἐκεῖ ἔβαλε τὸν Νάσον ὑπὸ κράτησιν ὄπισθεν τῆς θύρας, ὠχύρωσε τὸ ἄνοιγμα μὲ τὸ ἴδιον σῶμά του καὶ ἔψαξεν ἐν ἀνέσει τὸν Ἀγγελήν. Εὗρε δεκαπέντε ἢ εἴκοσι πεντάρες καὶ δεκάρες εἰς τὰ θυλάκια. Εἶτα ἔψαξε τὸν Νάσον, εὗρεν ἄλλα τόσα καὶ εἰς αὐτοῦ τὸ θυλάκιον. Ἀκολούθως ἀπέπεμψε τὰ δύο παιδία. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)
- ανατομίακύστη, κοίλωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυλάκιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική, υποκοριστικό του θύλακος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θυλάκιο | θυλάκια |
| Γενική | θυλάκιου / θυλακίου | θυλακίων |
| Αιτιατική | θυλάκιο | θυλάκια |
| Κλητική | θυλάκιο | θυλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →