θυμηδία
•
- λόγιοδιάθεση για γέλιο, σκωπτική και ειρωνική διάθεση Βικιλεξικό
- ο λεονταρισμός του προκαλεί θυμηδία
Ετυμολογία
θυμηδία < αρχαία ελληνική θυμηδία < θυμός + ἦδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θυμηδία | θυμηδίες |
| Γενική | θυμηδίας | θυμηδιών |
| Αιτιατική | θυμηδία | θυμηδίες |
| Κλητική | θυμηδία | θυμηδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →