θυμοσοφικός
•
- που έχει σχέση με τη θυμοσοφία ή τον θυμόσοφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυμοσοφικός < θυμοσοφία / θυμόσοφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θυμοσοφικός | θυμοσοφική | θυμοσοφικό |
| Γενική | θυμοσοφικού | θυμοσοφικής | θυμοσοφικού |
| Αιτιατική | θυμοσοφικό | θυμοσοφική | θυμοσοφικό |
| Κλητική | θυμοσοφικέ | θυμοσοφική | θυμοσοφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θυμοσοφικοί | θυμοσοφικές | θυμοσοφικά |
| Γενική | θυμοσοφικών | θυμοσοφικών | θυμοσοφικών |
| Αιτιατική | θυμοσοφικούς | θυμοσοφικές | θυμοσοφικά |
| Κλητική | θυμοσοφικοί | θυμοσοφικές | θυμοσοφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →