θυμώνω
•
- αμετάβατοκυριεύομαι από θυμό, οργίζομαι Βικιλεξικό
- Θυμώνει εύκολα, αλλά μετά του περνάει.
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον θυμό, οργίζω Βικιλεξικό
- Με θυμώνει η αδιαφορία του.
Ετυμολογία
θυμώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θυμώνω < αρχαία ελληνική θυμ(ῶ) (θυμόω) + -ώνω
Άλλοι τύποι
θυμωμένοςθυμώσωθύμωναθύμωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →