θυννοσκοπείο
•
- παρωχημένομέρος σε ψηλό σημείο απ’ όπου κάποιος εξετάζει αν το ποτάμι έχει θύννους / τόννους Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηνταλιάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυννοσκοπείο < ελληνιστική κοινή θυννοσκοπεῖον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θυννοσκοπείο | θυννοσκοπεία |
| Γενική | θυννοσκοπείου | θυννοσκοπείων |
| Αιτιατική | θυννοσκοπείο | θυννοσκοπεία |
| Κλητική | θυννοσκοπείο | θυννοσκοπεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →