Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θυννοσκοπείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένομέρος σε ψηλό σημείο απ’ όπου κάποιος εξετάζει αν το ποτάμι έχει θύννους / τόννους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηνταλιάνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θυννοσκοπείο < ελληνιστική κοινή θυννοσκοπεῖον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθυννοσκοπείοθυννοσκοπεία
Γενικήθυννοσκοπείουθυννοσκοπείων
Αιτιατικήθυννοσκοπείοθυννοσκοπεία
Κλητικήθυννοσκοπείοθυννοσκοπεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →