Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θυροκολλώ

ρήμα
•
  1. νομικός όροςμε οποιονδήποτε τρόπο κολλάω ή καρφιτσώνω στην είσοδο ενός οικήματος επίσημο έγγραφο το οποίο έχει σαν αποδέκτη κάποιον από τους κατοίκους του οικήματος, ώστε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο του εγγράφου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θυροκολλώ < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

θυροκολλήσωθυροκολλημένοςθυροκολλώμαιθυροκόλλησα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →