θυροκολλώ
•
- νομικός όροςμε οποιονδήποτε τρόπο κολλάω ή καρφιτσώνω στην είσοδο ενός οικήματος επίσημο έγγραφο το οποίο έχει σαν αποδέκτη κάποιον από τους κατοίκους του οικήματος, ώστε να ενημερωθεί για το περιεχόμενο του εγγράφου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυροκολλώ < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
θυροκολλήσωθυροκολλημένοςθυροκολλώμαιθυροκόλλησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →