θυσιάζω
•
- προσφέρω κάτι σε μία θεότητα, κάνω θυσία Βικιλεξικό
- Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- Επειδή κάθε Εβραίος χρεωστούσε να θυσιάσει στο βωμό του Ιερού από ένα σφαχτό, τουλάχιστον αρνί ή περιστέρι, για πιο ευκολία, και προπάντων για αργυρολογία, οι ιερείς επέτρεπαν να μπαίνουν αρνιά, βόδια και ό,τι άλλο χρησίμευε για θυσία, μέσα στο ναό, στο περιστύλιο, στις αυλές, όπου χωρούσαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού, κεφάλαιο ΣΤ, 1925)
- παραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό Βικιλεξικό
- Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών: ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, 16ος-20́ος αιώνας, Πατ-Ω. τομος 4, εκδ. Μέλισσα, 2000, σελ. 278)
Ετυμολογία
θυσιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θυσιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θυσιάζω | θυσιάζεις | θυσιάζει | θυσιάζουμε | θυσιάζετε | θυσιάζουν / θυσιάζουνε |
| Παρατατικός | θυσίαζα | θυσίαζες | θυσίαζε | θυσιάζαμε | θυσιάζατε | θυσίαζαν / θυσιάζαν / θυσιάζανε |
| Αόριστος | θυσίασα | θυσίασες | θυσίασε | θυσιάσαμε | θυσιάσατε | θυσίασαν / θυσιάσαν / θυσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα θυσιάζω / θα θυσιάσω | θα θυσιάζεις / θα θυσιάσεις | θα θυσιάζει / θα θυσιάσει | θα θυσιάζουμε / θα θυσιάσουμε | θα θυσιάζετε / θα θυσιάσετε | θα θυσιάζουν / θα θυσιάζουνε / θα θυσιάσουν / θα θυσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θυσιάσει | έχεις θυσιάσει | έχει θυσιάσει | έχουμε θυσιάσει | έχετε θυσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θυσιάσει | είχες θυσιάσει | είχε θυσιάσει | είχαμε θυσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θυσιάσει / να θυσιάζω / να θυσιάσω | να έχεις θυσιάσει / να θυσιάζεις / να θυσιάσεις | να έχει θυσιάσει / να θυσιάζει / να θυσιάσει | να έχουμε θυσιάσει / να θυσιάζουμε / να θυσιάσουμε | να έχετε θυσιάσει / να θυσιάζετε / να θυσιάσετε | να θυσιάζουν / να θυσιάζουνε / να θυσιάσουν / να θυσιάσουνε |
| Προστακτική | — | θυσίαζε / θυσίασε | — | — | θυσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θυσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →