θωρακίζω
•
- επενδύω κάτι (πχ όχημα) με έναν θώρακα προστασίας από μεταλλικές πλάκες Βικιλεξικό
- προστατεύω κάποιον ή κάτι από έναν κίνδυνο εφοδιάζοντάς το με ένα σύνολο προληπτικών, αμυντικών και αποτρεπτικών μέτρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θωρακίζω < αρχαία ελληνική θωρακίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θωρακίζω | θωρακίζεις | θωρακίζει | θωρακίζουμε | θωρακίζετε | θωρακίζουν / θωρακίζουνε |
| Παρατατικός | θωράκιζα | θωράκιζες | θωράκιζε | θωρακίζαμε | θωρακίζατε | θωράκιζαν / θωρακίζαν / θωρακίζανε |
| Αόριστος | θωράκισα | θωράκισες | θωράκισε | θωρακίσαμε | θωρακίσατε | θωράκισαν / θωρακίσαν / θωρακίσανε |
| Μέλλοντας | θα θωρακίζω / θα θωρακίσω | θα θωρακίζεις / θα θωρακίσεις | θα θωρακίζει / θα θωρακίσει | θα θωρακίζουμε / θα θωρακίσουμε | θα θωρακίζετε / θα θωρακίσετε | θα θωρακίζουν / θα θωρακίζουνε / θα θωρακίσουν / θα θωρακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θωρακίσει | έχεις θωρακίσει | έχει θωρακίσει | έχουμε θωρακίσει | έχετε θωρακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θωρακίσει | είχες θωρακίσει | είχε θωρακίσει | είχαμε θωρακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θωρακίσει / να θωρακίζω / να θωρακίσω | να έχεις θωρακίσει / να θωρακίζεις / να θωρακίσεις | να έχει θωρακίσει / να θωρακίζει / να θωρακίσει | να έχουμε θωρακίσει / να θωρακίζουμε / να θωρακίσουμε | να έχετε θωρακίσει / να θωρακίζετε / να θωρακίσετε | να θωρακίζουν / να θωρακίζουνε / να θωρακίσουν / να θωρακίσουνε |
| Προστακτική | — | θωράκιζε / θωράκισε | — | — | θωρακίζετε / θωρακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →