θωρακοκέντηση
•
- ιατρικήπαρακέντηση που διενεργείται στη θωρακική κοιλότητα ή στην κοιλότητα του υπεζωκότα, προκειμένου να ληφθεί υγρό για διαγνωστικούς λόγους ή για εκκένωση / αφαίρεση μεγάλης ποσότητας υγρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θωρακοκέντηση < θώρακας + -ο- + κέντηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θωρακοκέντηση | θωρακοκεντήσεις |
| Γενική | θωρακοκέντησης | θωρακοκεντήσεων |
| Αιτιατική | θωρακοκέντηση | θωρακοκεντήσεις |
| Κλητική | θωρακοκέντηση | θωρακοκεντήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →