θωρακωτό
•
- ναυτικός όροςπλοίο που οι ιστοί του φέρουν θωαράκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θωρακωτό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου θωρακωτός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θωρακωτό | θωρακωτά |
| Γενική | θωρακωτού | θωρακωτών |
| Αιτιατική | θωρακωτό | θωρακωτά |
| Κλητική | θωρακωτό | θωρακωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →