θύραθεν
•
- από έξω Βικιλεξικό
- που έχει κοσμικό κι όχι εκκλησιαστικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θύραθεν < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική θύραθεν (οι μη χριστιανοί) < αρχαία ελληνική θύραθεν (έξω από την πόρτα). Συγχρονικά αναλύεται σε θύρα + -θεν < αρχαία ελληνική -θεν (από)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →