ιαβαϊκά
•
- γλώσσατης Ιάβας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιαβαϊκά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιαβαϊκός στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιαβαϊκά | ιαβαϊκά |
| Γενική | — | ιαβαϊκών |
| Αιτιατική | — | ιαβαϊκά |
| Κλητική | — | ιαβαϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →