Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιαβαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με Ιάβα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιαβαϊκός < Ιάβα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιαβαϊκόςιαβαϊκήιαβαϊκό
Γενικήιαβαϊκούιαβαϊκήςιαβαϊκού
Αιτιατικήιαβαϊκόιαβαϊκήιαβαϊκό
Κλητικήιαβαϊκέιαβαϊκήιαβαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιαβαϊκοίιαβαϊκέςιαβαϊκά
Γενικήιαβαϊκώνιαβαϊκώνιαβαϊκών
Αιτιατικήιαβαϊκούςιαβαϊκέςιαβαϊκά
Κλητικήιαβαϊκοίιαβαϊκέςιαβαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →