Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἰαπωνικός

/i.a.po.niˈkos/επίθετο
•
  1. πολυτονική γραφή του ιαπωνικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἰαπωνικός < Ἰάπων + -ικός «σχετικός με τους Ιάπωνες».

Άλλοι τύποι

ν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ιαπωνικός

/i.a.po.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους Ιάπωνες και την Ιαπωνία, την γλώσσα και τον πολιτισμό της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιαπωνικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἰαπωνικός < Ἰάπων + -ικός «σχετικός με τους Ιάπωνες».

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιαπωνικόςιαπωνικήιαπωνικό
Γενικήιαπωνικούιαπωνικήςιαπωνικού
Αιτιατικήιαπωνικόιαπωνικήιαπωνικό
Κλητικήιαπωνικέιαπωνικήιαπωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιαπωνικοίιαπωνικέςιαπωνικά
Γενικήιαπωνικώνιαπωνικώνιαπωνικών
Αιτιατικήιαπωνικούςιαπωνικέςιαπωνικά
Κλητικήιαπωνικοίιαπωνικέςιαπωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →