Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιατροδικαστίνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του ιατροδικαστής Βικιλεξικό
    • Η ιατροδικαστίνα όμως διαφωνεί: Κανένας ξυλοδαρμός· το θύμα φέρει τραύμα από σφαίρα. Και αυτή είναι η αρχή του μυστηρίου… (*)

Ετυμολογία

ιατροδικαστίνα < ιατροδικαστής + κατάληξη θηλυκού -ίνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιατροδικαστίναιατροδικαστίνες
Γενικήιατροδικαστίναςιατροδικαστίνων
Αιτιατικήιατροδικαστίναιατροδικαστίνες
Κλητικήιατροδικαστίναιατροδικαστίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →