ιατροδικαστικός
•
- που έχει σχέση με ιατροδικαστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιατροδικαστικός < ιατροδικαστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιατροδικαστικός | ιατροδικαστική | ιατροδικαστικό |
| Γενική | ιατροδικαστικού | ιατροδικαστικής | ιατροδικαστικού |
| Αιτιατική | ιατροδικαστικό | ιατροδικαστική | ιατροδικαστικό |
| Κλητική | ιατροδικαστικέ | ιατροδικαστική | ιατροδικαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιατροδικαστικοί | ιατροδικαστικές | ιατροδικαστικά |
| Γενική | ιατροδικαστικών | ιατροδικαστικών | ιατροδικαστικών |
| Αιτιατική | ιατροδικαστικούς | ιατροδικαστικές | ιατροδικαστικά |
| Κλητική | ιατροδικαστικοί | ιατροδικαστικές | ιατροδικαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →