Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιβάρι

/iˈva.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόιχθυοτροφείο Βικιλεξικό
    • Η Λευκάδα έχει δυο γιβάρια πλούσια σε ποικιλία ψαριών: “Πάρε γαρίδα απ’ το ιβάρι / κι όποιος παίρνει δε φαλάρει”. (Πανταζής Κοντομίχης, Χριστόφορος Λαζάρης, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος και Τα Λευκαδίτικα https://lexikolefkadas.gr/ivari-i-givari)

Ετυμολογία

ιβάρι < μεσαιωνική ελληνική βιβάριον < λατινική vivarium

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιβάριιβάρια
Γενικήιβαριούιβαριών
Αιτιατικήιβάριιβάρια
Κλητικήιβάριιβάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →