ιβηρίδα
•
- φυτόφυτό της οικογένειας κραμβοειδή (Brassicaceae), που καλλιεργείται για καλλωπιστικούς και φαρμακευτικούς λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιβηρίδα < ελληνιστική κοινή ἰβηρίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιβηρίδα | ιβηρίδες |
| Γενική | ιβηρίδας | ιβηρίδων |
| Αιτιατική | ιβηρίδα | ιβηρίδες |
| Κλητική | ιβηρίδα | ιβηρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →