Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιβηρικός

/i.vi.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται από την Ιβηρική χερσόνησο Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με τη Ιβηρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιβηρικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Ἰβηρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιβηρικόςιβηρικήιβηρικό
Γενικήιβηρικούιβηρικήςιβηρικού
Αιτιατικήιβηρικόιβηρικήιβηρικό
Κλητικήιβηρικέιβηρικήιβηρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιβηρικοίιβηρικέςιβηρικά
Γενικήιβηρικώνιβηρικώνιβηρικών
Αιτιατικήιβηρικούςιβηρικέςιβηρικά
Κλητικήιβηρικοίιβηρικέςιβηρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →