Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιγγλέζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο αγγλικός Βικιλεξικό
    • Όμως κανένας δεν πλησιάζει πιο κοντά κανένας βέβαια δεν τολμά ν’ απλώσει χέρι στο πολυκέφαλο, στο πολυπόδαρο θεριό που κατεβαίνει κατά το λιμάνι για να μπαρκαριστεί σε πλοία ιγγλέζικα. Φόβοι τεσσάρων χρόνων μας μουδιάζουν.

Ετυμολογία

ιγγλέζικος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἰγγλέζικος < Ἰγγλέζ(ης) + -ικος < Inglese

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιγγλέζικοςιγγλέζικηιγγλέζικο
Γενικήιγγλέζικουιγγλέζικηςιγγλέζικου
Αιτιατικήιγγλέζικοιγγλέζικηιγγλέζικο
Κλητικήιγγλέζικειγγλέζικηιγγλέζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιγγλέζικοιιγγλέζικεςιγγλέζικα
Γενικήιγγλέζικωνιγγλέζικωνιγγλέζικων
Αιτιατικήιγγλέζικουςιγγλέζικεςιγγλέζικα
Κλητικήιγγλέζικοιιγγλέζικεςιγγλέζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →