ιγγλέζικος
•
- παρωχημένοο αγγλικός Βικιλεξικό
- Όμως κανένας δεν πλησιάζει πιο κοντά κανένας βέβαια δεν τολμά ν’ απλώσει χέρι στο πολυκέφαλο, στο πολυπόδαρο θεριό που κατεβαίνει κατά το λιμάνι για να μπαρκαριστεί σε πλοία ιγγλέζικα. Φόβοι τεσσάρων χρόνων μας μουδιάζουν.
Ετυμολογία
ιγγλέζικος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἰγγλέζικος < Ἰγγλέζ(ης) + -ικος < Inglese
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιγγλέζικος | ιγγλέζικη | ιγγλέζικο |
| Γενική | ιγγλέζικου | ιγγλέζικης | ιγγλέζικου |
| Αιτιατική | ιγγλέζικο | ιγγλέζικη | ιγγλέζικο |
| Κλητική | ιγγλέζικε | ιγγλέζικη | ιγγλέζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιγγλέζικοι | ιγγλέζικες | ιγγλέζικα |
| Γενική | ιγγλέζικων | ιγγλέζικων | ιγγλέζικων |
| Αιτιατική | ιγγλέζικους | ιγγλέζικες | ιγγλέζικα |
| Κλητική | ιγγλέζικοι | ιγγλέζικες | ιγγλέζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →