Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιγμόρειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το ιγμόρειο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιγμόρειος < αγγλική Highmore

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιγμόρειοςιγμόρειαιγμόρειο
Γενικήιγμόρειουιγμόρειαςιγμόρειου
Αιτιατικήιγμόρειοιγμόρειαιγμόρειο
Κλητικήιγμόρειειγμόρειαιγμόρειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιγμόρειοιιγμόρειεςιγμόρεια
Γενικήιγμόρειωνιγμόρειωνιγμόρειων
Αιτιατικήιγμόρειουςιγμόρειεςιγμόρεια
Κλητικήιγμόρειοιιγμόρειεςιγμόρεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →