ιδανικό
•
- σημαντικός και υψηλός στόχος ή σκοπός που προσπαθεί να πετύχει ή εκπληρώσει κάποιος Βικιλεξικό
- η (ηθική κυρίως) αξία που θέτει κάποιος ως βάση της προσωπικής του πορείας Βικιλεξικό
- Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 https://pekk.gr/index.php/component/content/article/6709-fantastiki-xora-mou-i-paris-mnimatidis/?catid=107&Itemid=435)
Ετυμολογία
ιδανικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιδανικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική idéal)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδανικό | ιδανικά |
| Γενική | ιδανικού | ιδανικών |
| Αιτιατική | ιδανικό | ιδανικά |
| Κλητική | ιδανικό | ιδανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →