ιδανισμός
•
- λόγιοτάση να αποδώσουμε κάτι εξιδανικεύοντάς το, με εξιδανικευμένο τρόπο Βικιλεξικό
- λόγιοιδανικότητα Βικιλεξικό
- λόγιοιδεαλισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδανισμός < ιδανικός + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδανισμός | ιδανισμοί |
| Γενική | ιδανισμού | ιδανισμών |
| Αιτιατική | ιδανισμό | ιδανισμούς |
| Κλητική | ιδανισμέ | ιδανισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →