ιδεαλιστικός
•
- φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον ιδεαλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- εξιδανικευτικός Βικιλεξικό
- Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)
Ετυμολογία
ιδεαλιστικός < ιδεαλιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεαλιστικός | ιδεαλιστική | ιδεαλιστικό |
| Γενική | ιδεαλιστικού | ιδεαλιστικής | ιδεαλιστικού |
| Αιτιατική | ιδεαλιστικό | ιδεαλιστική | ιδεαλιστικό |
| Κλητική | ιδεαλιστικέ | ιδεαλιστική | ιδεαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεαλιστικοί | ιδεαλιστικές | ιδεαλιστικά |
| Γενική | ιδεαλιστικών | ιδεαλιστικών | ιδεαλιστικών |
| Αιτιατική | ιδεαλιστικούς | ιδεαλιστικές | ιδεαλιστικά |
| Κλητική | ιδεαλιστικοί | ιδεαλιστικές | ιδεαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →