ιδεολογικοπολιτικός
•
- που αναφέρεται στην ιδεολογία και την πολιτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδεολογικοπολιτικός < ιδεολογικός + πολιτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεολογικοπολιτικός | ιδεολογικοπολιτική | ιδεολογικοπολιτικό |
| Γενική | ιδεολογικοπολιτικού | ιδεολογικοπολιτικής | ιδεολογικοπολιτικού |
| Αιτιατική | ιδεολογικοπολιτικό | ιδεολογικοπολιτική | ιδεολογικοπολιτικό |
| Κλητική | ιδεολογικοπολιτικέ | ιδεολογικοπολιτική | ιδεολογικοπολιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεολογικοπολιτικοί | ιδεολογικοπολιτικές | ιδεολογικοπολιτικά |
| Γενική | ιδεολογικοπολιτικών | ιδεολογικοπολιτικών | ιδεολογικοπολιτικών |
| Αιτιατική | ιδεολογικοπολιτικούς | ιδεολογικοπολιτικές | ιδεολογικοπολιτικά |
| Κλητική | ιδεολογικοπολιτικοί | ιδεολογικοπολιτικές | ιδεολογικοπολιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →