Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδεολογικοπολιτικός

/i.ðe.o.lo.ʝi.ko.po.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην ιδεολογία και την πολιτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδεολογικοπολιτικός < ιδεολογικός + πολιτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδεολογικοπολιτικόςιδεολογικοπολιτικήιδεολογικοπολιτικό
Γενικήιδεολογικοπολιτικούιδεολογικοπολιτικήςιδεολογικοπολιτικού
Αιτιατικήιδεολογικοπολιτικόιδεολογικοπολιτικήιδεολογικοπολιτικό
Κλητικήιδεολογικοπολιτικέιδεολογικοπολιτικήιδεολογικοπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδεολογικοπολιτικοίιδεολογικοπολιτικέςιδεολογικοπολιτικά
Γενικήιδεολογικοπολιτικώνιδεολογικοπολιτικώνιδεολογικοπολιτικών
Αιτιατικήιδεολογικοπολιτικούςιδεολογικοπολιτικέςιδεολογικοπολιτικά
Κλητικήιδεολογικοπολιτικοίιδεολογικοπολιτικέςιδεολογικοπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →