ιδεώδες
•
- κάτι που υφίσταται ως ιδέα και θεωρείται σημαντικό να το επιτύχουμε ή να το αποκτήσουμε Βικιλεξικό
- Η καρδιά του σοροπτιμιστικού ιδεώδους της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης χτύπησε δυνατά και ηχηρά στην καρδιά της χώρας και της Θεσσαλίας, στη Λάρισα, με την ευκαιρία των εγκαινίων του νέου Σοροπτιμιστικού Ομίλου Λάρισας (Εγκαινιάστηκε νέος Σοροπτιμιστικός Ομιλος Λάρισας, eleftheria.gr, 19 Απρ 2024 https://www.eleftheria.gr/%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1/item/360669.html)
Ετυμολογία
ιδεώδες < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ιδεώδης, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική idéal
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεώδες | ιδεώδη |
| Γενική | ιδεώδους | ιδεωδών |
| Αιτιατική | ιδεώδες | ιδεώδη |
| Κλητική | ιδεώδες | ιδεώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →