Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιαίτερο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περισσότερους μαθητές Βικιλεξικό
    • Κάνω και στα έξι μαθήματα των πανελλαδικών ιδιαίτερο, στα τρία όμως μαζί με μία άλλη κοπέλα, διότι είναι πιο οικονομικό. (*)
  2. οικείοη τουαλέτα, το μπάνιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιαίτερο < ουδέτερο του ιδιαίτερος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιδιαίτεροιδιαίτερα
Γενικήιδιαίτερουιδιαίτερων
Αιτιατικήιδιαίτεροιδιαίτερα
Κλητικήιδιαίτεροιδιαίτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →