ιδιαίτερο
•
- μάθημα που γίνεται κυρίως σε ένα μόνο μαθητή και συνήθως στο σπίτι, σε αντιδιαστολή με μάθημα που γίνεται σε τάξη με περισσότερους μαθητές Βικιλεξικό
- Κάνω και στα έξι μαθήματα των πανελλαδικών ιδιαίτερο, στα τρία όμως μαζί με μία άλλη κοπέλα, διότι είναι πιο οικονομικό. (*)
- οικείοη τουαλέτα, το μπάνιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιαίτερο < ουδέτερο του ιδιαίτερος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιαίτερο | ιδιαίτερα |
| Γενική | ιδιαίτερου | ιδιαίτερων |
| Αιτιατική | ιδιαίτερο | ιδιαίτερα |
| Κλητική | ιδιαίτερο | ιδιαίτερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →