Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιοκατοίκηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη χρήση ενός χώρου ως κατοικίας του ίδιου του ιδιοκτήτη του Βικιλεξικό
    • έβγαλαν από το διαμέρισμα τους ενοικιαστές λόγω ιδιοκατοίκησης

Ετυμολογία

ιδιοκατοίκηση < (ιδιοκατοικώ) ιδιοκατοικη- + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ιδιο- + κατοίκηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιδιοκατοίκησηιδιοκατοικήσεις
Γενικήιδιοκατοίκησηςιδιοκατοικήσεων
Αιτιατικήιδιοκατοίκησηιδιοκατοικήσεις
Κλητικήιδιοκατοίκησηιδιοκατοικήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →