Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιοκτησιακός

/i.ði.o.kti.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην ιδιοκτησία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιοκτησιακός < ιδιοκτησία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιοκτησιακόςιδιοκτησιακήιδιοκτησιακό
Γενικήιδιοκτησιακούιδιοκτησιακήςιδιοκτησιακού
Αιτιατικήιδιοκτησιακόιδιοκτησιακήιδιοκτησιακό
Κλητικήιδιοκτησιακέιδιοκτησιακήιδιοκτησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιοκτησιακοίιδιοκτησιακέςιδιοκτησιακά
Γενικήιδιοκτησιακώνιδιοκτησιακώνιδιοκτησιακών
Αιτιατικήιδιοκτησιακούςιδιοκτησιακέςιδιοκτησιακά
Κλητικήιδιοκτησιακοίιδιοκτησιακέςιδιοκτησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →