ιδιοποιούμαι
•
- κάνω αυθαίρετα δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει Βικιλεξικό
- Το πολιτικό σύστημα που οδήγησε την Ελλάδα στον γκρεμό, όμως, δεν έχει ούτε την ηθική ούτε την πολιτική αξιοπιστία να παίξει τέτοιο ρόλο. Ακόμα κι αν παραβλέψουμε την κρίσιμη παράμετρο της αξιοπιστίας, τα γεγονότα έχουν αποδείξει ότι δεν έχει ούτε την πολιτική-επιχειρησιακή ικανότητα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το πολιτικό προσωπικό. Είναι συνολικά η διαπλεκόμενη άρχουσα τάξη, η οποία, με τις ευλογίες του πολιτικού συστήματος, ιδιοποιήθηκε τη μερίδα του λέοντος από τον πλούτο που σήμερα καταγράφεται ως γιγαντιαίο δημόσιο χρέος.
Ετυμολογία
ιδιοποιούμαι < (ελληνιστική κοινή) ἰδιοποιοῦμαι < ἴδιος +ποιέομαι, -οῦμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →