Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιωματικός

/i.ði.o.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου αναφέρεται σε ένα γλωσσικό ιδίωμα ή διάλεκτο, σε έναν ιδιωματισμό με σημασία που διαφέρει από την κοινή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιωματικός < (ιδίωμα) ιδιώματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιωματικόςιδιωματικήιδιωματικό
Γενικήιδιωματικούιδιωματικήςιδιωματικού
Αιτιατικήιδιωματικόιδιωματικήιδιωματικό
Κλητικήιδιωματικέιδιωματικήιδιωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιωματικοίιδιωματικέςιδιωματικά
Γενικήιδιωματικώνιδιωματικώνιδιωματικών
Αιτιατικήιδιωματικούςιδιωματικέςιδιωματικά
Κλητικήιδιωματικοίιδιωματικέςιδιωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →