ιδιωματισμός
•
- κάθε γλωσσικό στοιχείο ή φαινόμενο που απαντά σε τοπικά ιδιώματα ή διαλέκτους και αποκλίνει από την κοινή μορφή μιας γλώσσας Βικιλεξικό
- κρητικός/πελοποννησιακός ιδιωματισμός
- τοπικοί ιδιωματισμοί
- συνώνυμο του ιδιωτισμός, στερεότυπη φράση ή έκφραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιωματισμός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἰδιωματισμός. Συγχρονικά αναλύεται σε ιδιωματ(ικός) + -ισμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιωματισμός | ιδιωματισμοί |
| Γενική | ιδιωματισμού | ιδιωματισμών |
| Αιτιατική | ιδιωματισμό | ιδιωματισμούς |
| Κλητική | ιδιωματισμέ | ιδιωματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →