ιδιωτικοποίηση
•
- οικονομίαη απόδοση ενός δημόσιου αγαθού, οργανισμού, επιχείρησης κλπ σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιωτικοποίηση < (ιδιωτικοποιώ) ιδιωτικοποιη- + -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιωτικοποίηση | ιδιωτικοποιήσεις |
| Γενική | ιδιωτικοποίησης | ιδιωτικοποιήσεων |
| Αιτιατική | ιδιωτικοποίηση | ιδιωτικοποιήσεις |
| Κλητική | ιδιωτικοποίηση | ιδιωτικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →