ιδιωφέλεια
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος ιδιωφελής, η ατομική / ιδιωτική ωφέλεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιωφέλεια < ιδιωφελής + -εια < ελληνιστική κοινή ἰδιωφελής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιωφέλεια | ιδιωφέλειες |
| Γενική | ιδιωφέλειας | ιδιωφελειών |
| Αιτιατική | ιδιωφέλεια | ιδιωφέλειες |
| Κλητική | ιδιωφέλεια | ιδιωφέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →