Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιόμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ώστε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα μέλη της κατηγορίας όπου ανήκει Βικιλεξικό
    • Ιδιόμορφος ροκάς, χαβαλεδιάρης κι ευαίσθητος καλλιτέχνης, έχει γράψει και μοιραστεί με τους φίλους του αρκετά μουσικοποιητικά κομψοτεχνήματα. (Λάκης Παπαδόπουλος σε τραγούδια για φίλους, athinorama.gr, 5/6/2012 https://www.athinorama.gr/music/119719/lakis_papadopoulos_se_tragoudia_gia_filous_/)

Ετυμολογία

ιδιόμορφος < (ελληνιστική κοινή) ἰδιόμορφος < ἴδιος + μορφή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιόμορφοςιδιόμορφηιδιόμορφο
Γενικήιδιόμορφουιδιόμορφηςιδιόμορφου
Αιτιατικήιδιόμορφοιδιόμορφηιδιόμορφο
Κλητικήιδιόμορφειδιόμορφηιδιόμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιόμορφοιιδιόμορφεςιδιόμορφα
Γενικήιδιόμορφωνιδιόμορφωνιδιόμορφων
Αιτιατικήιδιόμορφουςιδιόμορφεςιδιόμορφα
Κλητικήιδιόμορφοιιδιόμορφεςιδιόμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →