ιδιόχειρος
•
- που έγινε από κάποιον με το ίδιο του το χέρι Βικιλεξικό
- Μάλιστα στο περιθώριο διασώζεται η παρακάτω ιδιόχειρη σημείωσή του: «Αυτό το βιβλίο το αγόρασα ένα δουκάτο το 1507 στη Βενετία. Albrecht Dürer». (Βυζάντιο-Βενετία-Νεώτερος ελληνισμός, μία περιπλάνηση στον κόσμο της ελληνικής επιστημονικής σκέψης. Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 7-9 Νοεμβρίου 2003, 2004, σελ. 298)
- Ιδιόχειρος περιγραφικός κατάλογος προσκτημάτων του Νομισματικού Μουσείου από τον Γέδεν (Giede) με προσθήκη πέντε ιδιόχειρων σελίδων από τον Κ. Πιττάκη. (The First Century of the Numismatic Museum, 1829-1922, 1988, σελ. 192)
Ετυμολογία
ιδιόχειρος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἰδιόχειρος. Αναλύεται σε ἰδιό- + χείρ + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιόχειρος | ιδιόχειρη | ιδιόχειρο |
| Γενική | ιδιόχειρου | ιδιόχειρης | ιδιόχειρου |
| Αιτιατική | ιδιόχειρο | ιδιόχειρη | ιδιόχειρο |
| Κλητική | ιδιόχειρε | ιδιόχειρη | ιδιόχειρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιόχειροι | ιδιόχειρες | ιδιόχειρα |
| Γενική | ιδιόχειρων | ιδιόχειρων | ιδιόχειρων |
| Αιτιατική | ιδιόχειρους | ιδιόχειρες | ιδιόχειρα |
| Κλητική | ιδιόχειροι | ιδιόχειρες | ιδιόχειρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →