Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιώνυμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που χαρακτηρίζεται ή καλείται με ιδιαίτερο όνομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιώνυμος < κατά το φερώνυμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιώνυμοςιδιώνυμηιδιώνυμο
Γενικήιδιώνυμουιδιώνυμηςιδιώνυμου
Αιτιατικήιδιώνυμοιδιώνυμηιδιώνυμο
Κλητικήιδιώνυμειδιώνυμηιδιώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιώνυμοιιδιώνυμεςιδιώνυμα
Γενικήιδιώνυμωνιδιώνυμωνιδιώνυμων
Αιτιατικήιδιώνυμουςιδιώνυμεςιδιώνυμα
Κλητικήιδιώνυμοιιδιώνυμεςιδιώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →