Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδρυματοποιούμαι

ρήμα
•
  1. μου προκαλούν συμπεριφορές, μου διαμορφώνουν ψυχοσύνθεση που σχετίζεται με την ιδρυματική ζωή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδρυματοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ιδρυματοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιδρυματοποιούμαιιδρυματοποιείσαιιδρυματοποιείταιιδρυματοποιούμαστειδρυματοποιείστειδρυματοποιούνται
Παρατατικόςιδρυματοποιούμουνιδρυματοποιούσουνιδρυματοποιούντανιδρυματοποιούμασταν / ιδρυματοποιούμαστειδρυματοποιούσασταν / ιδρυματοποιούσαστειδρυματοποιούνταν
Αόριστοςιδρυματοποιήθηκαιδρυματοποιήθηκεςιδρυματοποιήθηκειδρυματοποιηθήκαμειδρυματοποιηθήκατειδρυματοποιήθηκαν / ιδρυματοποιηθήκαν / ιδρυματοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα ιδρυματοποιηθώ / θα ιδρυματοποιούμαιθα ιδρυματοποιείσαι / θα ιδρυματοποιηθείςθα ιδρυματοποιείται / θα ιδρυματοποιηθείθα ιδρυματοποιηθούμε / θα ιδρυματοποιούμαστεθα ιδρυματοποιείστε / θα ιδρυματοποιηθείτεθα ιδρυματοποιηθούν / θα ιδρυματοποιηθούνε / θα ιδρυματοποιούνται
Παρακείμενοςέχω ιδρυματοποιηθείέχεις ιδρυματοποιηθείέχει ιδρυματοποιηθείέχουμε ιδρυματοποιηθείέχετε ιδρυματοποιηθείέχουν ιδρυματοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ιδρυματοποιηθείείχες ιδρυματοποιηθείείχε ιδρυματοποιηθείείχαμε ιδρυματοποιηθείείχατε ιδρυματοποιηθείείχαν ιδρυματοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιηθώ / να ιδρυματοποιούμαινα έχεις ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιείσαι / να ιδρυματοποιηθείςνα έχει ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιείται / να ιδρυματοποιηθείνα έχουμε ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιηθούμε / να ιδρυματοποιούμαστενα έχετε ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιείστε / να ιδρυματοποιηθείτενα έχουν ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιηθούν / να ιδρυματοποιηθούνε / να ιδρυματοποιούνται
Προστακτική—ιδρυματοποιήσου——ιδρυματοποιείστε / ιδρυματοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →