ιδρυματοποιούμαι
•
- μου προκαλούν συμπεριφορές, μου διαμορφώνουν ψυχοσύνθεση που σχετίζεται με την ιδρυματική ζωή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδρυματοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ιδρυματοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιδρυματοποιούμαι | ιδρυματοποιείσαι | ιδρυματοποιείται | ιδρυματοποιούμαστε | ιδρυματοποιείστε | ιδρυματοποιούνται |
| Παρατατικός | ιδρυματοποιούμουν | ιδρυματοποιούσουν | ιδρυματοποιούνταν | ιδρυματοποιούμασταν / ιδρυματοποιούμαστε | ιδρυματοποιούσασταν / ιδρυματοποιούσαστε | ιδρυματοποιούνταν |
| Αόριστος | ιδρυματοποιήθηκα | ιδρυματοποιήθηκες | ιδρυματοποιήθηκε | ιδρυματοποιηθήκαμε | ιδρυματοποιηθήκατε | ιδρυματοποιήθηκαν / ιδρυματοποιηθήκαν / ιδρυματοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ιδρυματοποιηθώ / θα ιδρυματοποιούμαι | θα ιδρυματοποιείσαι / θα ιδρυματοποιηθείς | θα ιδρυματοποιείται / θα ιδρυματοποιηθεί | θα ιδρυματοποιηθούμε / θα ιδρυματοποιούμαστε | θα ιδρυματοποιείστε / θα ιδρυματοποιηθείτε | θα ιδρυματοποιηθούν / θα ιδρυματοποιηθούνε / θα ιδρυματοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ιδρυματοποιηθεί | έχεις ιδρυματοποιηθεί | έχει ιδρυματοποιηθεί | έχουμε ιδρυματοποιηθεί | έχετε ιδρυματοποιηθεί | έχουν ιδρυματοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιδρυματοποιηθεί | είχες ιδρυματοποιηθεί | είχε ιδρυματοποιηθεί | είχαμε ιδρυματοποιηθεί | είχατε ιδρυματοποιηθεί | είχαν ιδρυματοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιηθώ / να ιδρυματοποιούμαι | να έχεις ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιείσαι / να ιδρυματοποιηθείς | να έχει ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιείται / να ιδρυματοποιηθεί | να έχουμε ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιηθούμε / να ιδρυματοποιούμαστε | να έχετε ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιείστε / να ιδρυματοποιηθείτε | να έχουν ιδρυματοποιηθεί / να ιδρυματοποιηθούν / να ιδρυματοποιηθούνε / να ιδρυματοποιούνται |
| Προστακτική | — | ιδρυματοποιήσου | — | — | ιδρυματοποιείστε / ιδρυματοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →