Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδρυματοποιώ

ρήμα
•
  1. εγκλείω ανθρώπους σε νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα (ή τους κάνω να εξαρτηθούν από αυτά) και προκαλώ σε αυτούς τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή αντί να τους βοηθήσω να ενταχθούν κοινωνικά (να τους κοινωνικοποιήσω), μακροπρόθεσμα τους αποκλείω από τον κοινωνικό ιστό Βικιλεξικό
    • Στόχος του Σχεδίου Δράσης πρόληψης και αντιμετώπισης της έλλειψης στέγης αποτελεί η προσπάθεια μετατροπής της έννοιας της αστεγίας και της υποστηρικτικής διαδικασίας, σε μια ενέργεια η οποία δεν μετατρέπει τους αστέγους σε παθητικούς αποδέκτες κοινωνικών υπηρεσιών και επιδομάτων, δεν τους ιδρυματοποιεί σε κλειστές δομές μακροχρόνιας φιλοξενίας, αλλά τους καθιστά ενεργούς πολίτες, στον άξονα μιας συνολικής προσπάθειας επανένταξής τους στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. (Σχέδιο Δράσης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης, εφημ. Ο Χρόνος Κοζάνης, 22/9/2023 https://xronos-kozanis.gr/schedio-drasis-gia-tin-prolipsi-kai-antimetopisi-tis-elleipsis-stegis/)
    • Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 https://www.liberal.gr/apopsi/anapiro-elliniko-dimosio)

Ετυμολογία

ιδρυματοποιώ < ίδρυμα και ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςιδρυματοποιώιδρυματοποιείςιδρυματοποιείιδρυματοποιούμειδρυματοποιείτειδρυματοποιούν / ιδρυματοποιούνε
Παρατατικόςιδρυματοποιούσαιδρυματοποιούσεςιδρυματοποιούσειδρυματοποιούσαμειδρυματοποιούσατειδρυματοποιούσαν / ιδρυματοποιούσανε
Αόριστοςιδρυματοποίησαιδρυματοποίησεςιδρυματοποίησειδρυματοποιήσαμειδρυματοποιήσατειδρυματοποίησαν / ιδρυματοποιήσαν / ιδρυματοποιήσανε
Μέλλονταςθα ιδρυματοποιήσω / θα ιδρυματοποιώθα ιδρυματοποιήσεις / θα ιδρυματοποιείςθα ιδρυματοποιήσει / θα ιδρυματοποιείθα ιδρυματοποιήσουμε / θα ιδρυματοποιούμεθα ιδρυματοποιήσετε / θα ιδρυματοποιείτεθα ιδρυματοποιήσουν / θα ιδρυματοποιήσουνε / θα ιδρυματοποιούν / θα ιδρυματοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ιδρυματοποιήσειέχεις ιδρυματοποιήσειέχει ιδρυματοποιήσειέχουμε ιδρυματοποιήσειέχετε ιδρυματοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ιδρυματοποιήσειείχες ιδρυματοποιήσειείχε ιδρυματοποιήσειείχαμε ιδρυματοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ιδρυματοποιήσει / να ιδρυματοποιήσω / να ιδρυματοποιώνα έχεις ιδρυματοποιήσει / να ιδρυματοποιήσεις / να ιδρυματοποιείςνα έχει ιδρυματοποιήσει / να ιδρυματοποιήσει / να ιδρυματοποιείνα έχουμε ιδρυματοποιήσει / να ιδρυματοποιήσουμε / να ιδρυματοποιούμενα έχετε ιδρυματοποιήσει / να ιδρυματοποιήσετε / να ιδρυματοποιείτενα ιδρυματοποιήσουν / να ιδρυματοποιήσουνε / να ιδρυματοποιούν / να ιδρυματοποιούνε
Προστακτική—ιδρυματοποίει / ιδρυματοποίησε——ιδρυματοποιήστε / ιδρυματοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →