Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ίδρος

/ˈi.ðɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο ιδρώτας Βικιλεξικό
    • Σκούπισε τα χέρια στα ρούχα του, κ' ύστερα, με την παλάμη, σκούπισε τον ίδρο απ' το πρόσωπό του. (Ηλίας Βενέζης (1937) Γαλήνη [μυθιστόρημα])
    • Μέ λιοπύρια πού σκάζ’ ό τσίντσιρας καί νά πηγαίν’ ό ίδρος σουβάλα, μέ βροχές καί μέ γαζέπια (καταιγίδες) καί μέ μεγάλες φουρτούνες πού νά τούς χτυπούν τά χαλάζια στ’ αυτιά, πάντα αυτοί ξενηστικωμένοι παιδεύονται στούς δρόμους. (Ηπειρωτική Εστία, τεύχος 98, 1960, σελ. 464 https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/27556/1/%CE%97%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1%20%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%87.98,%201960.pdf)

Ετυμολογία

ίδρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἵδρος (αρσενικό, και ουδέτερο) < αρχαία ελληνική ἱδρώς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήίδροςίδροι
Γενικήίδρουίδρων
Αιτιατικήίδροίδρους
Κλητικήίδρείδροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ιδρός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο ιδρώτας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδρός < μεσαιωνική ελληνική ίδρος < αρχαία ελληνική ἱδρώς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιδρόςιδροί
Γενικήιδρούιδρών
Αιτιατικήιδρόιδρούς
Κλητικήιδρέιδροί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →